Lexique

From Ανοικτό Σπηλαιολογικό Εγχειρίδιο
Revision as of 20:39, 7 February 2007 by Caspex (Talk | contribs)

(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Jump to: navigation, search

Εξώφυλλο, οπισθόφυλλο και λοιπά - Πρόλογος - Εισαγωγή - Ατομικός σπηλαιολογικός εξοπλισμός - Ένδυση - υπόδηση - φωτισμός κλπ - Υλικά ανάβασης - κατάβασης - Σκοινί - Γενικής φύσεως - Υλικά Αρματώματος - Kόμποι - ...κι άλλοι κόμποι (πιο εξειδικευμένοι) - Τεχνικές Μονού Σκοινιού - Γενικά - Τεχνικές Μονού Σκοινιού - Κατάβαση - Τεχνικές Μονού Σκοινιού - Ανάβαση - Τεχνικές αυτοδιάσωσης για μικρές ομάδες - Κίνδυνοι κατά την κατάβαση / ανάβαση με Τεχνικές Μονού Σκοινιού - Αρμάτωμα - Βασικές αρχές - Αρμάτωμα - Για προχωρημένους - Ελαφρύ αρμάτωμα (light rigging) Η αναρρίχηση στην σπηλαιολογία - Ελεύθερη αναρρίχηση - Τεχνητή αναρρίχηση - Εξορμήσεις του Σαββατοκύριακου - Μεγάλες αποστολές - Ατυχήματα στην σπηλαιολογία - Πρώτες Βοήθειες - Θερμό σημείο - Σπηλαιοδιάσωση - Χαρτογράφηση - Γεωλογία και Σπηλαιογέννεση - Βιοσπηλαιολογία - Καταστροφές - προστασία των σπηλαίων - Πού μπορώ να κάνω σεμινάρια; - Μερικά σπήλαια για πρακτική - Συκιά - Μονή Αστερίου - Του Προφήτη Ηλία - Σαλίγκαρος - Γερμανικό - Παρεξήγηση - Πύργος Υμητού - Βιβλιογραφία - Τα σπήλαια σε όλες τις γλώσσες - Διεθνές Λεξικό Σπηλαιολογικής Ορολογίας - Nομικό πλαίσιο


Με αφορμή δημοσίευμα του Ανδρέα Θεοδωρόπουλου (στο Forum της ΣΟΕ) ξεκίνησε η μετάφραση του Λεξικού για σπηλαιολογικούς όρους, της Γαλλικής Σχολής Σπηλαιολογίας (EFS/FFS). Το πρωτότυπο μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ ενώ το μεταφρασμένο από εδώ.

Εδώ παρατίθεται η editable μορφή του για περαιτέρω δουλειά. Είναι ένα απλό Comma Seperate Value αρχείο... Δίπλα στην Γαλλική και την Αγγλική λέξη προσθέστε την αντόιστηχη Ελληνική. Πάμε λοιπόν, αρχίζουμε δουλειά...

  • FRANCAIS,ANGLAIS,ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ACETYLENE,Acetylene,Ασετυλήνη
  • ACTIF,Active,Ενεργό(ς)
  • AMARRAGE,Anchor,Δεσιά (ή ασφάλεια)
  • AMARRAGES (SPITS...),Hangers,Ασφάλειες (SPITS)
  • ANTICLINAL (nom),Anticlinal,Αντικλινές (γεωλογικός όρος: αφορά στρώματα που αποκλίνουν)
  • ARGILE,Clay / Mud,Λάσπη
  • ARGILEUX,Clayey / Muddy (familier), Λασπωδες???
  • ASSURANCE,Belay / Lifeline (corde d'ass.),Σκοινί ασφαλείας
  • ASSURER,To belay,Σκοινι της ασφάλειας (δες εγχειρίδιο σπηλαιοδιασωσης)
  • AUTO-ASSURANCE,Self-lining,Αυτοασφάλιση
  • AUTO-BLOQUANT,Self-jamming,Αυτόσφιγγόμενος ή "με φρένο" (όταν πρόκειται για καταβατήρα)"
  • AVEN,Swallow-hole / Pot-hole,Βάραθρο
  • BAUDRIER (CUISSARD),Sit harness,Ζώνη μέσης
  • BAUDRIER DE TORSE,Chest harness,Ζώνη στήθους
  • BLOC,Boulder,Βράχος
  • BLOQUEUR,Jammer,Φρένο
  • BLOQUEUR VENTRAL,Chest jammer,Φρένο στήθους
  • BOTTES,Boots / High boots,Γαλότσες
  • BOUCLE,Loop / Leg loop (la ganse),Ποδοστήριο ή Ποδωστήριο ή "Πεντάλ""
  • BOYAU,Narrow passage,Στένωμα
  • CALCAIRE (adjectif),Calcareus / Chalky,...???
  • CALCAIRE (nom),Limestone,Ασβαστόλιθος
  • CALCITE,Calcification,ασβεστοποίηση???
  • CANOT,Boat / Dinghy,βάρκα
  • CARBURE,Carbide,Πέτρα ασετυλίνης
  • CASQUE,Helmet,Κράνος
  • CAVITE,Cave / Cavity / Hollow,Σπηλιά
  • CEINTURE,Belt,Ζώνη
  • CHATIERE,Catwalk / Keyhole,Κλειδαρότρυπα (εννοεί μικρή τρύπα σε τοίχωμα προφανώς)???
  • CHAUVE-SOURIS,Bat,Νυχτερίδα
  • CHEVILLE SPIT,Bolt,Βύσμα ή σπιτ
  • COLONNE,Column,Κολώνα
  • COMBINAISON,Suit / Wetsuit (plonge?),Φόρμα (έσω?)
  • CONCRETION,Chalk-stone,Σταλαγμιτοποιηση (επικάλυψη με σταλαγμιτικό υλικό)
  • CORDE,Rope,Σκοινί
  • CORDE D'ASSURANCE,Lifeline,Σκοινί (κατάβασης/ανάβασης?)
  • CORDELETTE,String,Κορδολέτο
  • CORROSION,Corrosion / Chemical erosion,Διάβρωση (χημική διάβρωση)
  • COULEE,Flow,Ροή ή Ρεύμα
  • COUVERTURE DE SURVIE,Rescue blanket,Κουβέρτα Αλουμινίου
  • CRUE,Flooding,Δεν υπάρχει στα ελληνικά (Αφορά την κατάκλυση του σπηλαίου από νερά)
  • DESCENDEUR,Descender,Καταβατήρας
  • DEVIATION,Deviation,Παράκαμψη
  • DIACLASE,Cleft,...
  • DRAPERIE,Drapery / Bacon rind,...
  • EAU,Water,Νερό,
  • EBOULIS,Scree,,
  • ECHELLE,Ladder,Ανεμόσκαλα ή Σκάλα,
  • ECLAIRAGE (MIXTE),Mixed acetylene electric lamp,Φωτισικό (μικτό ασετυλήνη και φακός) ,
  • EMERGER,To emerge,Σκοινί του φορείου,
  • EQUIPER,To Rig,...(δες εγχειρήδιο διάσωσης),
  • EROSION,Erosion,Αποσάθρωση,
  • ESCALADE (une),Climbing,Αναρρήχηση,
  • ESCALADER,To climb,(Με) Αναρρήχηση,
  • ETROIT,Narrow,Στενό (πέρασμα),
  • EXCENTRIQUE (une),Helectite,Ελικτίτης,
  • FAILLE,Fault,Γκρεμός,
  • FIL CLAIR,Sling / Wire,Καλώδιο,
  • FIL D'ARIANE,Ariane's thread,Μίτος (της Αριάδνης, αφορά την Σπηλαιοκατάδυση)
  • FISSURE,Cleft,...,
  • FISTULEUSE (nom),Straw,,
  • FLAMME,Flame,Φλόγα
  • FOSSILE (adjectif),Fossil,Απολίθωμα
  • FOSSILISATION,Fossilization,Λιθοποίηση
  • FRACTIONNEMENT,Fractioning,Αλλαγή (στο σκοινί)
  • GALERIE,Passage,Πέρασμα
  • GANT (singulier),Gauntlet,
  • GANTS (pluriel),Gauntlets,
  • GOUFFRE,Hole / Swallow hole,Βάραθρο
  • GOUR,Gour / Floor deposit / Rimstone dam,Γκούρ
  • GROTTE,Cave,Σπηλιά
  • HABILLEMENT,Clothing,Ρουχισμός
  • HARNAIS,Harness,Ζώνη
  • HISSER / AIDER A MONTER,To hoist / To give a hoist,...
  • KARST,Limestone area,Καρστ ή Καρστικοποιημένη περιοχή
  • KIT-BAG,Tackle-bag,Σάκος (σπηλαιολογικός)
  • LAMPE,Lamp,Λάμπα (ασετυλήνης)
  • LAMPE A CARBURE,Carbide lamp,Λάμπα (ασετυλήνης)
  • LONGE,Cow's tail / Donkey's dick (l. de kit),Λανίερες ή σκοινιά αυτασφάλισης
  • LOVER (une corde),To coil (a rope),...
  • MAIN-COURANTE,Handle-line,Κεντρική Δεσιά
  • MARTEAU,Hammer,Σφυρί
  • MEANDRE,Meander / Sinuous passage,Μαίανδρος
  • MONTEE,Climb / Ascent,Ανάβαση
  • MONTEE AUX BLOQUEURS,Single rope technique,Τεχνική Μονού Σκοινιού
  • MONTER,To climb / Ta ascend,(δες σπηλαιοδίασωση)
  • MOUSQUETON,Karabiner / Krab (familier),Κρίκος (ή Καραμπίνερ)
  • NOEUD,Knot,Κόμπος
  • NOURRITURE,Food,Τροφή
  • OPPOSITION,Chimneying,???
  • PALAN,Pulley-block / Hoist / Hauling system,Πολύσπαστο ή "Παλάγκο""
  • PEDALE (singulier),Foot-loop,Ποδοστήριο ή Ποδωστήριο ή Πενταλ
  • PEDALES (pluriel),Feet-loops,Ποδοστήρια ή Ποδωστήρια ή Πενταλ
  • PERTE (D'UNE RIVIERE),Lost river / Sinking creek,
  • PITON,Peg,Καρφί (σχισμής)
  • PLAFOND,Roof / Top,Οροφή
  • PLAQUETTE,Hanger,Πλακέτα
  • PLI,Fold,Κουρτίνα (σταλαγμιτική)
  • PLISSEMENT,Fold,Κουρτίνα (σταλαγμιτική)
  • POIGNEE D'ASCENCION,Handled ascender,Φρένο χειρός ή ζουμάρ
  • POULIE,Pulley,Τροχαλία
  • PROFOND,Deep,Βάθος
  • PROGRESSION,Moving,Προώθηση (το σπηλαιολόγου)
  • PUITS,Pitch,Βάραθρο (και πιο συγκεκριμένα "πηγάδι"΄ή "κατάβαση" στα κλιμακωτά σπήλαια)"
  • RAPPEL (de montagne),Abseiling,Ραπελ ή κατάβαση με ανάκληση σκοινιού
  • REMPLISSAGE,Obstruction,Φράξιμο (του σπηλαίου)
  • RESEAU,Cave system,Σύστημα (σπηλαίων)
  • RESURGENCE,Rising / Resurgence,Πηγή
  • RIVIERE,River,Ποτάμι
  • ROCHE,Rock,Βράχος
  • SABLE,Sand,Άμμος
  • SALLE,Hall / Chamber,Αίθουσα
  • SANGLE,Strap,Ιμάντας
  • SECOURS,Rescue,Διάσωση
  • SEDIMENT,Sediment,Ίζημα
  • SEDIMENTATION,Sedimentation,Απόθεση
  • SIPHON,Sump / Siphon,Σιφόνι
  • SOURCE,Spring,Πηγή
  • SOUS-COMBINAISON,Undersuit,Θερμοεσώρουχο
  • SPELEOLOGIE,Caving / Speleology / Potholing,Σπηλαιολογία
  • SPELEOLOGUE (un),Caver,Σπηλαιολόγος
  • SPELEOLOGUE (une),Caver,Σπηλαιολόγος
  • STAGE,Training / Course,Σεμινάριο ή εκπαίδευση
  • STALACTITE,Stalactite,Σταλακτίτης
  • STALAGMITE,Stalagmite,Σταλαγμίτης
  • STRATE,Stratum / Bed,Στρώμα ή στρώση (του πετρώματος)
  • STRATIFICATION,Stratification,Διαστρωμάτωση (ή στρωματογραφία?)
  • SYNCLINAL (nom),Synclinal,Συγκλινή (γεωλογικός όρος: αφορά στρώματα που συγκλίνουν)
  • TAMPONNOIR,Wall-drill / Driver,Διατρητήρας
  • TIRER,To haul up,..(δες εγχειρίδιο σπηλαιοδιάσωσης)
  • TOPOGRAPHIE,Topography / Survey,Χαρτογράφηση
  • TREUIL,Winch,Πολύσπαστο ή Βίντζι
  • TROU,Hole,Τρύπα
  • TUYAU,Pipe / Tube,Σωλήνα (???)
  • TYROLIENNE,Traverse line / Tyrolian,Τυρολέζικη (τραβέρσα)
  • VIRE (une),Ledge,""ζωναρι" ή "παταράκι" (ακριβής μετάφραση: Περβάζι)"
  • VOUTE,Vault / Arch,Υπόγειο
  • VOUTE MOUILLANTE,Duck (familier),
  • « PIERRE ! »,« Below ! »,« Πέτρααα ! »
  • « LIBRE ! »,« Rope free ! »,« Ελεύθερόοο ! »